σκώψ

σκώψ
(-ωπός) ο сова; сыч

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "σκώψ" в других словарях:

  • σκώψ — owl masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκωψ — ο / σκώψ, ωπός, ΝΑ λόγια ονομασία είδους μικρής κουκουβάγιας, τού κοινώς γνωστού σήμερα γκιόνη, που, σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση, ονομάζεται Otus scops αρχ. 1. είδος χορού κατά τον οποίο οι χορευτές μιμούνταν την γλαύκα 2.… …   Dictionary of Greek

  • σκῶπες — σκώψ owl masc nom/voc pl σκώψ owl masc nom pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκωπῶν — σκώψ owl masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκωπός — σκώψ owl masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκῶπα — σκώψ owl masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκῶπας — σκώψ owl masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Στυξ — υγός, η / Στύξ, ΝΑ, και Στύγο Ν μυθ. 1. φοβερός ποταμός που διαρρέει τον Κάτω Κόσμο και τόν συγκρατεί και στού οποίου τα νερά οι θεοί έδιναν απαράβατους όρκους 2. (στον Όμ. και κυρίως στην Οδύσσεια) ο χώρος περιπλάνησης τών σκιών τών νεκρών… …   Dictionary of Greek

  • κωψ — κώψ, κωπός, ὁ (Α) ο σκωψ*. [ΕΤΥΜΟΛ. Παρλλ. τ. τού σκώψ, με σίγηση τού αρκτικού σ ] …   Dictionary of Greek

  • σκώπευμα — τὸ, Α χορός κατά τον οποίο γινόταν μίμηση τής γλαύκας, αλλ. σκώψ. [ΕΤΥΜΟΛ. < σκώψ, σκωπός, μέσω αμάρτυρου ρ. *σκωπεύω] …   Dictionary of Greek

  • σκώπτω — ΝΜΑ εμπαίζω, περιπαίζω, χλευάζω, κοροϊδεύω («τὰς Λακωνικὰς μάχαιρας εἰς τὴν μικρότητα σκώπτειν», Πλούτ.) αρχ. 1. (με καλή σημ.) αστεΐζομαι με κάποιον, πειράζω 2. λέω αστεία, είμαι αστείος 3. λέω λόγια μικρής σημασίας, δεν λέω σπουδαία λόγια.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»